Της  Ζωοδόχου  Πηγής  Στο  Στολοφούντωμα

0

Γράφει ο Νίκος Μπακούρης

Την  Παρασκευή   της  Λαμπρής, της  Διακαινισίμου  Εβδομάδας,  γιορτάζει  η  εκκλησία  των  χωριών  μας  η  Ζωοδόχος  Πηγή.

Με κατάνυξη  και  λαμπρότητα  οι  λίγοι  κάτοικοι  των  χωριών  μας  και  οι  πολυπληθείς  Στόλο   φουντωμιώτες, κάποιοι   υπερπόντιοι  μετανάστες,  κάποιοι  εγκαταστημένοι  στο Άστρος  , Άργος , Τρίπολη , Αθήνα  κ.  α.  Πανηγυρίζουυμε   στη  γιορτή  της  εκκλησίας  των.

Γιορτάζουμε   με  πανηγυρικό  Εσπερινό  την  παραμονή  και  Θεία  Λειτουργία  μετά  Αρτοκλασίας  την  κυριώνυμο  ημέρα.

Ο  εορτασμός  συμπληρώνεται  από  γερό  φαγοπότι  με  το  καθιερωμένο  στα  πανηγύρια  των  χωριών  μας, για  λογαριασμό  του  εκκλησιαστικού  ταμείου, βραστό  κρέας  με  το  ζουμί  του  αρωματισμένο  με  φλισκούνι  και  κρασί ‘’ στην  κούπα’’, το  γυάλινο,  χοντρό  νεροπότηρο, και  που  περιέρχεται  από  χείλη  σε  χείλη,  ύστερα  από  την  αρμόζουσα  για  την  Εορτή  πρόποση, κάποτε,  κατά  γενικήν  ομολογίαν,  αρίστης  ποιότητος  ντόπιο  κρασί , όταν  ήκμαζε  η  αμπελοκαλλιέργεια  στα  χωριά  μας  ,και  τώρα  αγορασμένο  από  οινοποιεία  της ευρύτερης  περιοχής.

Ακολουθεί  δημόσιος  χορός  υπό  τους  ήχους  ορχήστρας  και  τραγούδι  από  επαγγελματίες  τραγουδιστές.

Ενώ  χορεύουμε,  κάτι  το  παράξενο, κάτι  το  αλλόκοτο  συμβαίνει.  Από  το  διπλανό « στο  αλώνι  της  εκκλησίας»  νεκροταφείο  αρχίζουν  να  μας  έρχονται  κάποιοι  απόμακροι  ήχοι, κάτι  σαν  θρόισμα  φύλλων  από  τα  αιωνόβια  κυπαρίσσια  του  νεκροταφείου, κάτι  σαν ‘’ οχλαγωγία ‘’ από  την  παρουσία  χιλιάδων  ανθρώπων  κάθε  ηλικίας,  ευρισκομένων  σε  ευθυμία, ορχουμένων  και  πανηγυριζόντων  «εν  τυμπάνω  και  χορώ  εν  χορδαίς  και  οργάνω».

΄Ολοι  απορούμε.    Χορευτές  και ‘ οι  απ΄ έξω ‘ τεντώνουμε  τ’ αυτιά  μας  και  την  προσοχή  μας  ώστε  να  καταλάβουμε  τι  ακριβώς  συμβαίνει.

Πολύ  γρήγορα  το  μυστήριο  λύνεται.   Γενιές  και  γενιές  συγχωριανών  μας  από  εγκαταστάσεώς  τους  προ  100/τιών  στους  χώρους  των  χωριών  μας  ,και  έχουν  φύγει  από  τη  ζωή, κάπου  στα  « μαρμαρένια  αλώνια»  άσαρκοι  όντες, μόνον  οι  μορφές  τους,  όπως  τους  αντίκρυσε  ο  μυθικός  Οδυσσέας  στην  καθοδό  του  στον  άλλο  κόσμο,  συμμετέχουν  κι  αυτοί  στο  πανηγύρι  των  χωριών  μας.

Η  διαπίστωση,  μας  προξενεί  χαρμολύπη. Δάκρυα  κυλάνε  στα  μάγουλά  μας  . Λύπη  γιατί   παρουσιάζονται  μπροστά  μας  οι  πεφιλημένοι  μας  νεκροί  και  χαρά  για  τη  συμμετοχή  τους  στο  πατροπαράδοτο  πανηγύρι.

Αρκετοί  τρέχουμε  προς  τα  εκεί,  κλαμένοι,  ο  καθένας  να  συναντήσει,  αγκαλιάσει  και   να  συνομιλήσει  με  τον  εκλειπόντα  από  χρόνια  ανθρωπό  του.  Αλλά,  οποία  απογοήτευση!  Οι  άσαρκες   μορφές  τους  απομακρύνονται, λυπημένες  και  αυτές,  καθώς  απομακρύνεται  το  αποβροχο  το  ουράνιο  τόξο  απ’  αυτόν  που  τρέχει  να  λουστεί  στα  χρώματά  του.

Εκεί,  στα  μαρμαρένια  αλώνια, o παπα-Νικόλας  ο  Τσουγκριάνης , εφημέριος  για  40  χρόνια ,μέχρι  το  1972  της  ενορίας  μας, κατά  το  έθιμο,  μετά  το  τέλος  της  λειτουργίας  με  το  εκκλησιαστικό  του  συμβούλιο  και  τους  κοινοτικούς  άρχοντες  έχει  ανοίξει   και  ακολουθεί  σε  ‘’εφτάδιπλες’’  ο  χορός.

Δυο «ζυγιές» μουσικών,  που εναλλάσσονται  κατά διαστήματα, διασκεδάζουν τους χορευτές.Τη μια αποτελούν ο Θοδωρής ο Ρούνης με καραμούζα, ο Ριγηνόγιαννης με νταούλι και την άλλη ο Πάνος ο Κατσανός  ο  κλαριντζής με τη συνοδεία βιολιού και λαούτου. Κάποια παιδιά δίπλα στους οργανοπαίχτες   μαζεύουν  τα κέρματα  και τα χαρτονομίσματα που «κολλάνε» οι χορευτές στα όργανα.

Οι απ’  έξω καθισμένοι στους ξύλινους πάγκους περιμένουν τη σειρά τους να χορέψουν ή σχολιάζουν τις επιδόσεις όσων χορεύουν.

Ο Κώστας ο Καμπυλαυκάς ,   ο Σκρουμπής , Γαλτενιώτης,  με έμμετρο στοίχο σχολιάζει τα γεγονότα. Βλέποντας  το Μήτσο τον Αγγελάκο ,  τον Καραφούσο,  τον μόνο από τους χωριανούς με υπερμεγέθη   κοιλιά ,να έχει πρόβλημα με τη ζωστήρα του, στη στιγμή συνθέτει: «ο Καραφούσος χορεύει  στης  εκκλησιάς το αλώνι και κάθε τόσο  συμμαζεύει  και  τραβάει ψηλά το παντελόνι ».

Από το «νιόπαντρο» ζευγάρι των συγχωριανών μας η σύζυγος   μπαίνει  στο χορό και ο σύζυγος , έχοντας  ρίξει  λεφτά  στα  όργανα , καθισμένος  στους  πάγκους , βλέποντας  τη  γυναίκα του «να άγεται και να φέρεται»  από τους άλλους χορευτές , αφού δε ξέρει χορό , με τρυφερότητα και αγανάκτηση  μονολογεί : « στο  διάβολο, αγάπη μου,με το χορό που κάνεις ».

Σε κάποια άκρη στο  «αλώνι της εκκλησίας,  και  τώρα  στο  μαρμαρένιο», είναι και ο Μήτσος ο Μπακούρης , ο  πατέρας  μου ,ανάπηρος  πολέμου και ταμίας της εκκλησίας .Σε ένα ράντζο εκστρατείας  έχει  απλώσει  και  εμπορεύεται  για λογαρισμό της εκκλησίας  ‘’καραμελλικά’’.

Βρίσκεται σ’ ένα  συνεχές παζάρεμα με ‘’το παιδολάσι’’ , τους  σημερινούς  επιζώντες  80/ρηδες  στην   ηλικία  των  χωριών  μας,  με  τα  άσπρα  μαλλιά  και  ο  καθένας  με  τα  προβλήματα  υγείας,  που δίπλα από  το  πάνινο  ράντζο  με  την  πραμάτεια   μετράει  και  ξανά  μετράει  τα  λειψά  χρήματά  του  και λογαριάζει τι μπορεί να ψωνίσει :

-Μπάρμπα, έχω μια πεντάρα, θα  μου δώσει μια καραμέλλα ; και η απάντηση :

-Όχι,  δεν  φτάνει!  Να πας να φέρεις και άλλη μια  πεντάρα, για να σου δώσω  την  καραμέλλα.

Με εντολή και έξοδα κάποιου επαναπατρισθέντος συγχωριανού μας μετανάστη ή κάποιου επιτυχημένου   Στολοφουντωμιώτη  επιχειρηματία, ίσως  και  υποψηφίου γαμβρού,  από  τα  καραμελλικά  το  ξύλινο  κουτί  με τα λουκούμια περιάγεται  σε  όλους  τους  πανηγυριώτες  υπό  το  άγρυπνο  βλέμμα  του  επιτρόπου  και με την προτροπή : « από ένα , από ένα, για να φτάσουν για όλους ».

Σε κάποιο  υπήνεμο μέρος του χώρου έχουν στηθεί  από  την  προηγούμενη  ημέρα   τα υπαίθρια  μαγειρεία  της εποχής εκείνης  με το βραστό κρέας και το ζουμί  στα καζάνια,  όπως  προείπαμε,  για λογαριασμό της εκκλησίας , και δίπλα οι μάγειροι  με τις  μακριές μέχρι τα πέλματα ποδιές του κρεοπωλείου ανταποκρίνονται στις παραγγελίες των  άμισθων  σερβιτόρων   νεαρών αγοριών  και κοριτσιών των χωριών μας.

Στη  γέρικη  ελιά  στο  προαύλιο,  που  χρησιμεύει  και  για  καμπαναριό , κρέμεται   το  καντάρι. Στα  άγκιστρά  του  έχει  προσαρμοστεί  κομμάτι  σανίδι  ‘οπου  κάθεται  ο  πανηγυριώτης  και  ζυγίζεται  από  τον  υπεύθυνο  καταθέτοντας  μια  δραχμή  στην  κάσσα  συλλογής  των  ζυγιστικών,  καί  αυτά  για  λογαριασμό  του  ταμείου  της  εκκλησίας.

Στην  άλλη  ελιά  είναι  δεμένη  και  πολύ  φοβισμένη  η  γίδα ,όχι  και  το  καλλίτερο  που  υπάρχει  στη  στάνη , τάμα- προσφορά  του  τσοπάνη  <<στη  χάρη  της>>  για  τη  λαχειοφόρο  αγορά.

Φτάνει  το μεσημέρι .Γίνεται διακοπή , αφού το γλέντι   συνεχίζεται   και τις απογευματινές ώρες.

Όλοι οι παρευρισκόμενοι   στο  πανηγύρι  από  τα  διπλανά χωριά, Χαντάκια, Πλατάνα, Αγιώργη, Γαλτενά κ.α ,είναι καλεσμένοι σε κάποιο συγκενικό ή φιλικό σπίτι για το μεσημεριανό φαγητό από κρέας στο   φούρνο με μπόλικα μακαρόνια .

Ύστερα από το φαγητό, κάποιοι  παίρνουν έναν ύπνο και κάποιοι   συνεχίζουν   το γλέντι  τραγουδώντας και χορεύοντας « στο πάτωμα » του σπιτιού  ή στη ξύλινη βεράντα.  Στο  χορό  αυτό  οι  περισσότερες  γυναίκες  χορεύουν  ανυπόδητες ,  και  νιώθουν  πολύ  βολικά, αφού,  μόνο  σε  εξαιρετικές  περιπτώσεις  στη  διάρκεια  του  έτους  φοράνε  παπούτσια.

Το γλέντι  συνεχίζεται  στο χώρο της εκκλησίας, ως  προείπαμε, και τις απογευματινές ώρες, αφού  τελείται  η  Εναρκτήρια  Ακολουθία  της  Ανάστασης  και  ψάλλεται   Εσπερινός.

Τελειώνει   το  φαγοπότι,  καί  ‘’στα  μαρμαρένια  αλώνια’’ με  εθελοντική  εργασία  ‘’παστρεύονται’’ καζάνια,  πιατικά,  ποτήρια,  πηρουνοκούταλα,  και  στεγνά  τοποθετούνται  στην  κασέλλα  ώστε  να  επαναχρησιμοποιηθούν  στην  επόμενη  εκδήλωση.

Οι  πεφιλημένοι  πρόγονοί  μας  δεν  παραλείπουν  να  εκφράσουν  παραλληλα  και  την  απορία  τους  για  την  υποκριτική  συμπεριφορά  ημών  των  σύγχρονων,  των  απογόνων  τους.

Πώς;   ΄Εχει  γίνει  της  μόδας’’, όλοι   να  μιλάμε  για  την  καταστροφή  του  περιβάλλοντος  και  είναι  έντονο  το  ενδιαφέρον  μας  για  τη  σωτηρία  του,  τη  στιγμή  που  την  επομένη  αποκομίζονται  από  τον  χώρο  του  φετεινόύ,  και  των  τελευταίων  χρόνων,  πανηγυριού   φορτία  και  φορτία   από  μαύρες   σακούλλες  με  υλικά  εστίασης  μιας  χρήσης.

Σαν   βραδιάζει, όλοι  μας  αποχωρούμε,  οι  νεκροί  μας….  άγνωστον  για  πού,  εμείς  για  τα  χωριά  μας,  για  τα  σπίτια  μας, με την ευχή,  έως  το  επόμενο  πανηγύρι,  μέχρι του χρόνου να είμαστε καλά όπου… βρίσκεται ο καθένας.

Νικ. Μπακούρης

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ