Τοποθέτηση Παπαηλιού στην επιτροπή Δ.Δ.Δ.Τ & Δ. για το σχέδιο νόμου του υπ. Δικαιοσύνης για την Δικαστική Αστυνομία

0

   Γιώργος Παπαηλιού Βουλευτής Αρκαδίας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία

(κατά τη συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη Δικαστική Αστυνομία):

Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη βιβλική καταστροφή «αναποδιά», γεγονός που αποδεικνύει ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, επιδεικνύοντας κυνισμό, έλλειψη συνείδησης και ενσυναίσθησης, ανευθυνότητα, περιφρόνηση και αδιαφορία για τους πληγέντες πολίτες και επιχείρηση επικοινωνιακής διαχείρισης των πραγμάτων

Ο Ν. 4693/2022 είναι άλλο ένα παράδειγμα κακής νομοθέτησης, στην οποία επιδίδεται συστηματικά και συνεχώς η κυβέρνηση της ΝΔ του «συστήματος Μητσοτάκη».

Πρόβλημα δημιουργείται και ερωτηματικά εγείρονται με την αρχή των «περιστρεφόμενων θυρών», με την πρόβλεψη, ο επικεφαλής-ο διευθυντής της Δικαστικής Αστυνομίας να είναι συνταξιούχος ανώτατος ή ανώτερος δικαστικός, που επιλέγεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Μ΄ αυτό τον τρόπο καταφέρεται πλήγμα στην αξιοπιστία του θεσμού, εκτός των σκέψεων που γίνονται για την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα του συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων του.

Η στελέχωση της Δικαστικής Αστυνομίας δεν πρέπει  να γίνει εις βάρος των ήδη υφιστάμενων και πάγιων αναγκών στελέχωσης των δικαστηρίων

 Ο βουλευτής Αρκαδίας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος  Παπαηλιού, μιλώντας στην αρμόδια Επιτροπή  της Βουλής, για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη Δικαστική Αστυνομία, είπε, μεταξύ των άλλων τα εξής

1) Η συζήτηση του νομοσχεδίου για τη δικαστική αστυνομία συμπίπτει με τη βιβλική καταστροφή στη Θεσσαλία, μετά και τις καταστροφικές πυρκαγιές στον Έβρο και αλλού, και όλα τα δεινά που ακολουθούν.

Βέβαια ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη βιβλική καταστροφή «αναποδιά», γεγονός που αποδεικνύει ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, επιδεικνύοντας κυνισμό, έλλειψη συνείδησης και ενσυναίσθησης, ανευθυνότητα, περιφρόνηση και αδιαφορία για τους πληγέντες πολίτες και επιχείρηση επικοινωνιακής διαχείρισης των πραγμάτων.

Η συμπαράσταση και η έμπρακτη αλληλεγγύη όλων μας προς τους πληγέντες είναι δεδομένες.

Και δύο επισημάνσεις για τον τρόπο του «επιτελικού κράτους» των «αρίστων» του «συστήματος Μητσοτάκη».

Χωρίς να παραγνωρίζονται οι δυσκολίες του εγχειρήματος αντιμετώπισης ακραίων φυσικών φαινομένων, δεν υπήρξαν προετοιμασία, προληπτικές δράσεις (άραγε που βρίσκονται τα αντιπλημμυρικά έργα για τα οποία υποτίθεται ότι διατέθηκαν τεράστια ποσά ;), καμία και πάντως ελλιπέστατη και καθυστερημένη αντιμετώπιση στο πεδίο και των περαιτέρω συνεπειών τους

2) Ο Ν. 4693/2022 για την ίδρυση και λειτουργία της Δικαστικής Αστυνομίας ψηφίστηκε το περασμένο καλοκαίρι. Έκτοτε, δηλαδή μετά από ένα χρόνο και …,   δεν έχει ξεκινήσει τη λειτουργία της, αφού δεν είχε τεθεί-νομοθετηθεί το απαραίτητο σχετικό πλαίσιο.

Είναι προφανής η προχειρότητα με την οποία σχεδιάστηκε  η ίδρυση της Δικαστικής Αστυνομίας.  Από τότε είχαν επισημανθεί τα κενά στη νομοθέτηση και είχε τονιστεί  η απουσία ύπαρξης συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος αλλά και προϋπολογισμού για την κάλυψη της δαπάνης σύστασης του φορέα και  των αναγκών που θα προκύψουν για υποδομές και προσλήψεις προσωπικού.

Επρόκειτο για άλλο ένα παράδειγμα κακής νομοθέτησης, στην οποία επιδίδεται συστηματικά και συνεχώς η κυβέρνηση της ΝΔ του «συστήματος Μητσοτάκη».

Με την εισαγωγή του υπό κρίση νομοσχεδίου αποδεικνύεται πλήρως το προβληματικό πλαίσιο σχετικά με τις προσλήψεις προσωπικού του Ν. 4963/2022.

Το «επιτελικό κράτος» των «αρίστων» της ΝΔ έχει αποτύχει, σε όλους ή εν πάση περιπτώσει στους περισσότερους τομείς της δημόσιας σφαίρας.

Εν προκειμένω η αποτυχία αφορά τη θεσμοθέτηση ενός χρήσιμου, ενός αναγκαίου για τη λειτουργία της δικαιοσύνης θεσμού. Έτσι αναγκάζεται να νομοθετήσει εκ νέου, επιχειρώντας να διορθώσει τις ελλείψεις και τα κενά του ισχύοντος πλαισίου λειτουργίας.

Η θεσμοθέτηση και λειτουργία Δικαστικής Αστυνομίας μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο για την επιτάχυνση, τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της απονομής της δικαιοσύνης, τόσο για τους δικαστικούς λειτουργούς, τους δικαστικούς υπαλλήλους, τους δικηγόρους, όσο και για τους πολίτες.

Η Δικαστική Αστυνομία περιλαμβάνει δύο τμήματα-τομείς.

Με τον αστυνομικό τομέα, η Δικαστική Αστυνομία μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ασφάλειας και εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων,  όπως επίσης και να συμβάλει στην εκτέλεση ανεκτέλεστων αποφάσεων, απαλλασσομένων των υπόλοιπων υπηρετούντων αστυνομικών υπαλλήλων από τα σχετικά καθήκοντα.

Εξάλλου, με την ενεργοποίηση του πολιτικού τομέα της Δικαστικής Αστυνομίας, αυτή θα μπορέσει να επιλύσει προβλήματα εξεύρεσης και εξειδίκευσης   επιστημονικής τεκμηρίωσης σε υποθέσεις, που  είτε εκκρεμούν είτε θα εμφανιστούν στο μέλλον.

Η πρόσληψη νομικών και άλλων εξειδικευμένων επιστημόνων με αντικείμενο τη διενέργεια  προκαταρκτικών εξετάσεων και προανακρίσεων, μπορεί να επιταχύνει την ποινική δίκη, τόσο κατά την προδικασία όσο και συνολικά.

Σε αυτό το πλαίσιο, προβλέπεται, η Δικαστική Αστυνομία, να παρέχει επιστημονική και τεχνική συνδρομή στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές επί θεμάτων που απαιτούν ειδικές γνώσεις.

Όμως υπάρχει δυσαναλογία ως προς τον αριθμό αυτών που θα προσληφθούν στο πολιτικό-επιστημονικό και στο αστυνομικό σκέλος της Δικαστικής Αστυνομίας.

Στο αστυνομικό σκέλος δίδεται ιδιαίτερη έμφαση, αφού μάλιστα σ΄ αυτό προβλέπεται η πρόσληψη εξαπλάσιου αριθμού προσωπικού σε σχέση με αυτό που θα προσληφθεί στο πολιτικό-επιστημονικό τμήμα.

Ο Ν. 4963/2022 προέβλεπε ότι τα δύο τμήματα της Δικαστικής Αστυνομίας θα εδρεύουν σε όλες τις δικαστικές υπηρεσίες, συνεπικουρώντας την ποινική, την πολιτική και τη διοικητική δίκη. Αυτό με το παρόν νομοσχέδιο αναιρείται, αφού  όλες οι υπηρεσίες υπάγονται και εδρεύουν στις Εισαγγελίες Εφετών. Αυτό συνιστά μια σοβαρή αντινομία.

Πρόβλημα δημιουργείται και ερωτηματικά εγείρονται με την αρχή των «περιστρεφόμενων θυρών», βάσει των οποίων οι αφυπηρετήσαντες δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί διορίζονται και καλύπτουν άλλες ανάγκες. Όπως γίνεται εν προκειμένω με την πρόβλεψη, ο επικεφαλής-ο διευθυντής της Δικαστικής Αστυνομίας να είναι συνταξιούχος ανώτατος ή ανώτερος δικαστικός, που επιλέγεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Είναι προφανές, ότι μ΄ αυτό τον τρόπο καταφέρεται πλήγμα στην αξιοπιστία του θεσμού, εκτός των σκέψεων που γίνονται για την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα του συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων του.

Είναι γνωστό, ότι υπάρχουν πολλά κενά σε προσωπικό στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Αυτό αφορά  τόσο δικαστές, όσο και δικαστικούς υπαλλήλους.

Αυτά τα κενά, εκτός των άλλων, δεν επιτρέπουν στα δικαστήρια να λειτουργούν αποτελεσματικά και  με ταχύτητα.

Επομένως, η στελέχωση της Δικαστικής Αστυνομίας δεν πρέπει  να γίνει εις βάρος των ήδη υφιστάμενων και πάγιων αναγκών στελέχωσης των δικαστηρίων, που έχουν αναδείξει οι συλλογικοί εκπρόσωποι των δικαστών και των  δικαστικών υπαλλήλων.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ